Για την προώθηση αντιφασιστικής λογικής και τακτικής στο σωματείο

της Σοφίας Στεφανίδου

imagesΣτο πεδίο μιας πρωτοφανέρωτης για τα μεταπολεμικά δεδομένα κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού είναι προφανής, πλέον, η εμφάνιση και η δυναμική ανάπτυξη του φασισμού και η εκλογική του επιβεβαίωση από κάτι παραπάνω από 400.000 ψηφοφόρους. Πράγμα που δείχνει πως στην ελληνική κοινωνία, υπάρχει ένα σοβαρό ποσοτικά κομμάτι που αποδέχεται, ή έστω μπαίνει στη λογική να δώσει μια ευκαιρία στους φασίστες. Αν δεχτούμε πως αυτή η διαπίστωση είναι σωστή, τότε γίνεται προφανές, πως το πρόβλημα δεν είναι μόνο της αντιμετώπισης της ακροδεξιάς ως οργανωτική έκφραση, αλλά το καθήκον είναι πολύ βαρύτερο και σοβαρότερο. Η πληθώρα κυρίως, ιστορικών αναφορών, που προσπαθούν να κηλιδώσουν τις φασιστικές ιδέες, όπως η υπενθύμιση των Καλαβρύτων, του Διστόμου κ.τ.λ., δεν φάνηκε να συγκινεί ιδιαίτερα τους ψηφοφόρους που βρήκε η Χρυσή Αυγή ακόμα και σε αυτά τα μέρη. Και αυτό γιατί το ζήτημα δεν είναι πρώτιστα θεωρητικό ως τέτοιο. Τα πολιτικά ρεύματα νομιμοποιούνται ή όχι, στις συνειδήσεις μέσα από τις προτάσεις που έχουν, πολύ περισσότερο σε τέτοιες εποχές σαν αυτή που διανύουμε.

Στην άμεση πολιτική δύο κυρίως γραμμές φαίνεται να έχουν εμφανιστεί. Η μια αναζητά την αντιπαράθεση με τους φασίστες, με όρους σύγκρουσης. Από την άλλη, η άποψη πως η γενική αντιπαράθεση με την κυρίαρχη πολιτική θα επιλύσει και τα ζητήματα αντιμετώπισης των φασιστών

Στην πραγματικότητα, αυτή η αντιπαράθεση έχει να κάνει με την ανάγκη μιας στρατηγικής μάχης αξιών, αλλά και συγκεκριμένης τακτικής, αντιμετώπισης της κρίσης, και της ανάσχεσης του φασιστικού ακροδεξιού λόγου και πρακτικών.

  • Ειδικότερα για τη νεολαία πρέπει να λάβουμε υπόψη και τα εξής : Η σημερινή νεολαία μεγάλωσε με τα ιδανικά και τις αξίες μιας κοινωνίας που πρόταξε το life style έναντι του ολοκληρωμένου και χειραφετημένου ανθρώπου. Είναι η νεολαία που θεοποίησε τον τσαμπουκά, χωρίς λόγο και αιτία, μόνο για επίδειξη, είναι η γενιά που μαθαίνει ότι αλήθεια είναι ό,τι δείχνει η τηλεόραση. Προπάντων, όμως , είναι η γενιά που τσακίζεται και ρημάζεται σε ένα σχολείο αποσπασματικών γνώσεων, γεμάτο εξετάσεις, που πετυχημένος είναι αυτός που δε σηκώνει κεφάλι από το διάβασμα, περνά τις εξετάσεις κι ας μη καταλαβαίνει τι συμβαίνει γύρω του, που ενοχοποιεί τον εαυτό του για την «αποτυχία» του. Είναι η γενιά των ποδοσφαιρικών συνδέσμων και του γηπεδισμού.

  • Αυτής της γενιάς κομμάτι είναι και οι μαθητές φιλικά προσκείμενοι στη Χ.Α. Πρέπει, όμως, να συμπληρωθεί ότι κάτω από τον ορυμαγδό της κρίσης , αυτοί οι μαθητές σήμερα επιδεικνύουν κοινωνικές ανησυχίες και πολιτικές αγωνίες, βγαίνουν ανοιχτά πολιτικά, μισούν τον κοινοβουλευτισμό, θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Αφετηρία, βέβαια, της τοποθέτησής τους είναι ότι για την κατάσταση φταίει ένα μυστηριώδες κέντρο (π.χ. μασονία) που στόχο έχει τον ανθελληνισμό του έθνους, χρησιμοποιώντας τους μετανάστες. Δίπλα με αυτή την τοποθέτηση συμβαδίζει και ο αντικομμουνισμός , όχι, γιατί ξέρουν τι είναι κομμουνισμός, αλλά γιατί τον ταυτίζουν με τον εθνοπροδοτισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι επαναλαμβάνουν όλα τα κυρίαρχα ιδεολογήματα περί εγκλημάτων των κομμουνιστών στον εμφύλιο και ότι κάθε φορά που η Ελλάδα βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση, οι κομμουνιστές προσπαθούσαν να το εκμεταλλευτούν για να την ξεπουλήσουν σε κάποια ξένα συμφέροντα. Είναι, όμως, διαπιστωμένο ότι η πλειοψηφία των παιδιών αυτών προέρχεται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, αισθάνονται άχρηστα, είναι στοχοποιημένα και στο σχολείο και στην κοινωνία. Γι’ αυτό αναζητούν το αίσθημα δύναμης και αποδοχή στο δικό τους περιβάλλον. Άρα, η σχέση τους με τις φασιστικές ομάδες δεν είναι μόνο ιδεολογική, αλλά και ψυχοκοινωνική .

Συμπερασματικά, η φασιστική ιδεολογία βρίσκει έδαφος :

-σε παιδιά με χαμηλή αυτοεκτίμηση και μορφωτικό επίπεδο

-σε αξίες του κυρίαρχου συστήματος, όπως έννοια του έθνους, η έννοια της ανάπτυξης της ατομικής ρώμης, ως πρότυπο ανθρώπου , η αρχή της επιβολής της δύναμης του ισχυρότερου, η αρχή της επικράτησης στην κοινωνία των ικανότερων και άξιων.

  • Τι κάνει το σχολείο για όλα αυτά ;

  • Σαφέστατα τα ενισχύει. Τα μεν αναλυτικά προγράμματα έχουν σαφή εθνοκεντρική κατεύθυνση, παρέχουν γνώσεις με μυθολογικό και θεολογικό περιεχόμενο (καλλιεργούν, δηλαδή, το μυστικισμό), παραποιούν την ιστορία και αναπαραγάγουν όλα τα ιδεολογήματα της κυρίαρχης ιδεολογίας. Γενικά, το σχολείο καλλιεργεί το μίσος ή την απέχθεια για τη γνώση και είναι δομημένο σε μια βάση αυταρχική και εξουσιαστική.

  • Τι κάνουν οι εκπαιδευτικοί ;

  • Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, οι εκπαιδευτικοί αδυνατούν να παρέμβουν σε αυτά (προγράμματα, τρόπος λειτουργίας σχολείου, εξετάσεις), είτε από απογοήτευση, απαξίωση για το ρόλο τους, είτε λόγω απομάκρυνσή τους από συλλογικούς αγώνες και όργανα δεν μπορούν να μεταλαμπαδεύσουν αξίες και ιδανικά με πανκοινωνικό και πανανθρώπινο χαρακτήρα.

  • Έχοντας όλα αυτά ως αφετηρία ας απαντήσουμε ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ και κυρίως, οι μαχόμενοι.

  • Πρώτα και κύρια σε επίπεδο διδακτικού περιεχομένου είναι αναγκαίο να στοχεύουν στα εξής: α) Αφύπνιση συνειδήσεων β) καλλιέργεια κριτικής σκέψης, γ) ανάπτυξη της δημοκρατίας στην τάξη δ) να μην αναπαραγάγουν φασιστικά, μεταφυσικά στερεότυπα, ε) να αποδομούν διάφορους εθνικούς μύθους (π.χ. το κρυφό σχολειό)

  • Παράλληλα, σε παιδαγωγικό επίπεδο είναι κρίσιμο να μη στοχοποιούνται οι μαθητές, αλλά να αποδίδεται ο ίδιος σεβασμός και εκτίμηση , όπως στους υπόλοιπους

Φτάνει, όμως, αυτό ; ΟΧΙ. Το σχολείο οφείλει να αναλάβει δράσεις εξώστρεφες προς την κοινωνία, αγκαλιάζοντας τους μαθητές, βοηθώντας τους να κοινωνικοποιηθούν στη βάση της αλληλεγγύης, του αλληλοσεβασμού, της ανοχής της διαφορετικότητας, αλλά και της ισότητας και της δικαιοσύνης. Ένα σχολείο το οποίο έχει εσωτερικά προβλήματα, κακή σχέση μαθητών με καθηγητές, είναι ένα σχολείο που ο φασισμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος .

Τι μπορεί να κάνει η ΕΛΜΕ ;

Η ΕΛΜΕ να λειτουργήσει ως κέντρο εργατικής πολιτικής και αλληλεγγύης για εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές :

Να ανοίξει η ΕΛΜΕ κύκλο συζητήσεων –εκδηλώσεων, δράσεων :

  • για το τι σχολείο θέλουμε αποδομώντας ένα ένα τα στοιχεία του σημερινού σχολείου (και του σημερινού συστήματος) : i) σχολείο για όλους, ii) όχι στη λογική των αρίστων και των κακών μαθητών, iii) ο ρόλος των εξετάσεων και της αξιολόγησης, iv) ανταγωνισμός- ατομισμός- βαθμοθηρία,  η σχολική ζωή,

  • σε ποια κοινωνία, αλλά και θεματικές συζητήσεις π.χ. για τη δημοκρατία, τη μετανάστευση (και προς τα μέσα και προς τα έξω), την ανεργία, την τέχνη, τη φτώχεια κ.λ.π.

Αυτά όλα δεν είναι μόνο ζητήματα συζητήσεων στην τάξη, αλλά εκφράζονται από το επίσημο αναλυτικό και την εκπαιδευτική πολιτική. Φορείς τους είναι και αρκετοί συνάδελφοι, που όχι μόνο δεν τα αμφισβητούν αλλά και τα αποδέχονται.

Άρα, η ΕΛΜΕ θα πρέπει να ανοίξει αυτά τα ζητήματα σε δύο επίπεδα: ένα εσωτερικό, στον κλάδο, και ένα στους μαθητές.Με παράλληλες δράσεις και εκδηλώσεις. Να προετοιμαστεί – εφοδιαστεί ο κλάδος γι’ αυτό μέσα από τις εκδηλώσεις για αξιολόγηση και νέο σχολείο και παράλληλα να δούμε μορφωτικές – πολιτιστικές παρεμβάσεις και δράσεις των μαθητών και εκπαιδευτικών πχ τι σημαίνει σχολείο για όλους; και γιατί πρέπει να είναι για όλους, γιατί πρέπει να είναι ενιαίο κλπ (από τη θεωρία ως την εμπειρία, με συζητήσεις, δρώμενα, εξώστρεφες δράσεις των παιδιών πχ. αυτοκόλλητα, αφισάκια, κολλάζ, τραγούδια, έντυπα κλπ.)

Το σίγουρο είναι πως η ιστορία και ο ανθρωπισμός δεν αρκεί….

Ταυτόχρονα, η δράση του σωματείου σε επίπεδο πολιτικού λόγου και των αντιλήψεων, πρέπει να διαχωριστεί οριστικά από τα εξής:

Α) Από τη λογική της ενιαίας εθνικής απάντησης στην κρίση. Η κρίση δε προκλήθηκε από κάποιο έθνος και επιλύεται εις βάρος κάποιου άλλου. Δεν είναι η κακή Γερμανία που προσπαθεί να επιβάλλει την πολιτική της στις άλλες χώρες της Ε.Ε. Εξάλλου, αυτή ακριβώς αποτελεί το συνασπισμό των αστικών τάξεων κάθε χώρας χωριστά – με τους διαφορετικούς ρυθμούς ανάπτυξης – ενάντια στα συμφέροντα των εργαζόμενων όλων των χωρών της. Άρα, η στάση μας απέναντι στην Ε.Ε πρέπει να εκκινείται από αυτή την αρχή κι όχι περί καταγγελίας για εθελοδουλεία, υποταγή στα ξένα αφεντικά ή από τη σκοπιά ενός αυτόνομου εθνικού δρόμου.

Β) Σα συνέχεια του προηγούμενου ,είναι και η προώθηση της ιδέας μιας εθνοκεντρικής οικονομικής ανάπτυξης, που όλα μπορεί να τα κάνει, γιατί και πετρέλαια έχει, και συνολικότερα αστείρευτες πλουτοπαραγωγικές πηγές. Είναι μια οικονομική και πολιτική λογική εθνικού απομονωτισμού και άρνησης του διεθνισμού, μια γραμμή που η ίδια η Χρυσή Αυγή υιοθετεί στο πρόγραμμά της. Αυτή η γραμμή δε βάζει το πιο σημαντικό : ποιος θα ελέγχει και σε ποιον θα πηγαίνει ο πλούτος που παράγεται. Θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα μιας μικρής μειοψηφίας που θέλει να βγάλει κέρδος ή τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας για την κάλυψη των αναγκών της ; Το παράδειγμα της Κύπρου με τις τεράστιες ποσότητες φυσικού αερίου είναι χαρακτηριστικό.

Γ) Το δίλημμα μνημόνια-αντιμνημόνια, που κυριάρχησε τα πρώτα χρόνια της κρίσης κρύβει την πραγματικότητα ότι αυτά δεν είναι τίποτε άλλο παρά , η προσπάθεια για μια ιστορικών διαστάσεων κλοπή στους όρους ζωής της εργατικής τάξης, και της συνακόλουθης αφαίρεσης των δικαιωμάτων της. Ισχυρή απόδειξη είναι ότι αντίστοιχες πολιτικές εφαρμόζονται σε ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης και της Αμερικής, είτε έχει χρέος , είτε όχι. Τελικά, το πρόβλημα είναι η ίδια η καπιταλιστική κρίση, το σύστημα που λειτουργεί με βάση τους νόμους της αγοράς και του κέρδους, της ατομικής ιδιοποίησης του κοινωνικού πλούτου και άρα , για να ανατραπούν τα μνημόνια πρέπει να έρθεις σε ρήξη με αυτό.

Δ) Τέλος, η αντιπαράθεση με τον φασισμό, δεν είναι κυρίως, μια μάχη συνεπούς δημοκρατισμού, συνήθως στο πεδίο των αστικών συνταγματικών επιλογών. Η ίδια η αστική δημοκρατία και ο κοινοβουλευτισμός, που ζέχνει εκμετάλλευση και αυθαιρεσία , είναι ήδη φθαρμένη στα μάτια της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Αυτό ακριβώς αναδεικνύει και η Χρυσή Αυγή και επιτίθεται σφοδρότατα στους πολιτικούς, ως λαμόγια, προδότες, ψεύτες κ.λ.π. Σήμερα, λοιπόν, περισσότερο από ποτέ είναι ανάγκη να προβληθεί η δυνατότητα δημιουργίας ενός πολιτικού συστήματος , όπου την διακυβέρνηση θα την έχουν οι εργαζόμενοι μέσα από τους αιρετούς και ανακλητούς εκπροσώπους τους από τους χώρους δουλειάς και ζωής, μια πραγματική άμεση εργατική δημοκρατία. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα χάνει το έδαφος της υπεράσπισης οποιασδήποτε παραβίασης δημοκρατικού δικαιώματος υπάρχει ακόμα.

Categories: Άρθρα, Εκπαίδευση, Ρατσισμός-Φασισμός | Ετικέτες: ,,,,,,, | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: